Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2012

«έχει αέρα απόψε έχει αέρα..και ακούω μια φωνή σαν τη δική σου..»




Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς τη θάλασσα. Και ούτε θέλω.
(για να προλάβω και εκείνους που ανατρέχοντας σε ατάκες των παιδικών μας χρόνων θα απαντήσουν «δεν υπάρχει δεν μπορώ, δε θέλω υπάρχει».)
Ούτε θέλω.
 Ένα σκισμένο κομμάτι εφημερίδας κολλημένο πάνω στο πορτατίφ βρίσκεται εδώ για να επαναλαμβάνει κάθε πρωί αυτή τη φράση.
Ανήσυχες μέρες. Πάλι βρέχει, σαν να μη ξεδιψά με τίποτα αυτός ο τόπος από την  ξηρασία των  νησιών το καλοκαίρι.
Και η άνοιξη;; Εκείνη που κάθε ηλιοβασίλεμα της στον κάμπο μυρίζει  άχυρο και κάθε ηλιοβασίλεμα στη Θεσσαλονίκη ακακία;
Ο ήχος του ανέμου που λυσσομανάει στα νησιά το χειμώνα, και άλλοτε φανταζε τρομαχτικός, χαϊδεύει τώρα τα αυτιά μου , μετακινεί καρέκλες, λυγίζει τα κλαδιά και βάζει τα δυνατά του να ανακατέψει. Ό,τι μπορεί. Όσο πιο πολύ μπορεί. Το πιο ωραίο ανακάτεμα. Αυτό και εκείνο του κέικ στο μίξερ της μητέρας ,που συναγωνιζόταν σε θόρυβο τους τύπυς της αθλητικής κυριακής.
Σφύριγμα, στροβιλισμός…σκέψεις τρίτων που φτάνουν από μακριά και οι δικές μας που απομακρύνονται. Δέος και κλάμα βουβό σε τέτοια συγχορδία .
Κύμα.
Όσα τα χρώματα της θάλασσας το χειμώνα τόσες και οι αλλαγές . Είναι η έμπνευση για την επόμενη στιγμή ή η απόγνωση μιας κυκλοθυμικής κρυψώνας του μέτριου εγώ;
Αλήθεια, αν σου έκλεινα τα μάτια θα έβρισκες το δρόμο κατά κει;; Κι αν έπεφτες;;
Αλήθεια, αν δε μου κράταγες το χέρι θα μπορούσα να τρέξω πιο γρήγορα; Κι αν έπεφτα;
Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς τη θάλασσα. Όπως κάποιος χωρίς  εσένα.
Η ησυχία τεντώνεται σαν λάστιχο και καλύπτει το χώρο. Όχι το χρόνο.
Ανήσυχες μέρες. Πολιτικά πολιτιστικά οικονομικά. Ανήσυχες και οι νύχτες.
Σ’ αυτό εδώ το  σενάριο ο αέρας χορεύει διονυσιακούς σκοπούς και η καθημερινότητα παρακολουθεί βουβή πίσω από το τζάμι της αργοσύνης.
Η ζωή σε άλλη διάσταση. Καθένας άλλωστε δικαιούται πολλές. Η πιθανότητα να χαράξει μία ώρα νωρίτερα είναι  μηδενική όπως και εκείνη του να φάμε μαζί βραδινό.
Η ανάγκη της έκφρασης εξαντλείται σε 20 κοινότυπες διατυπώσεις και ότι γράφτηκε πιο πάνω αυτοκαταστρέφεται δηλώνοντας τον βαθύ ύπνο της δημιουργικότητας στις αγκαλιές της τεμπελιάς.
Πάντως, πριν κάποια 24ωρα είχε λιακάδα, και καθώς το φως βουτούσε στο  νερό και μαγνήτιζε το βλέμμα ,  ένα πράγμα μπορούσα να ξέρω σίγουρα.
Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς τη θάλασσα. Ούτε και θέλω.