Παρασκευή, 22 Φεβρουαρίου 2013

Η ζωή δεν αλλάζει με τη βροχή.


photo by σ.μ.

Να γίνεσαι φωτιά.
Να καίγεσαι.
Να σε φυσάει ο αέρας και να καις τα πάντα γύρω σου.
Για να αλλάξεις τον κόσμο.
Να τον κάψεις και να δημιουργηθεί ξανά από τη στάχτη του. Διαδικασία γνωστή εις τους αιώνες.
Να μη φοβάσαι να καις. Ούτε να καείς. Ας καταστρέφεις.
Μη φοβάσαι. Από κάτω υπάρχει νερό .
Αρκεί να φύγει όλη αυτή η ξεραΐλα και η σήψη.
Επίσης να μεθάς .
Να μεθάς και να αφιερώνεις τα τραγούδια και τις λέξεις σου σ εκείνους που δεν ήξεραν πώς να σ αγαπήσουν ,
και σε πλησίασαν μια μέρα με πρωτόγονα, αδρά συναισθήματα και έγιναν σταθμός στη ζωή σου.
Και να χορεύεις. Χορό της ψυχής .Ξέφρενο διονυσιακό .
Και που σαι ,το πρωί, όταν ανοίγεις τα μάτια σου, 
να ξυπνάς μαζί μου.

Σ.Μ

Παρασκευή, 1 Φεβρουαρίου 2013

Μεσημέρι στην πόλη..



photo by σ.μ.


Από το πρωί , οι αλκυονίδες φάνηκε να είναι πια παρελθόν. Κατηφορίζει βιαστικός τη Ναβαρίνου.  Σε μισή ώρα έχει ραντεβού και πρέπει να επιστρέψει πάλι στη δουλειά. Ίσως να προλάβει όμως να δει λίγο τη θάλασσα, να πάρει δυο τρεις καθαρές αναπνοές και να χαζέψει στο αγαπημένο του παγκάκι. Κάνει στάση στο περίπτερο να αγοράσει τσιγάρα. Συνεχίζει βαδίζοντας πιο γρήγορα. Τότε την είδε. Περπατούσε αφηρημένη στην αντίθετη πλευρά από κείνον . Η φιγούρα της καθρεφτιζόταν στα τζάμια , μα εκείνη καθόλου σημασία δεν έδινε. Κοιτούσε ένα τσούρμο περιστεριών που τρομαγμένα πέρασαν πάνω από το κεφάλι της .  Έμοιαζε να αδιαφορεί για οτιδήποτε άλλο.  Όπως τότε , σκέφτηκε. Τα μαλλιά της παραμένανε μαύρα και μακριά, πέφτανε μπροστά κρύβοντας το πρόσωπο της καθώς βάδιζε ελαφρώς σκυφτή.  Ένιωσε μια πελώρια επιθυμία να περάσει απέναντι και να την κοιτάξει στα μάτια. Να δει αν έχει απομείνει κάτι στο βλέμμα εκείνου του κοριτσιού που συνάντησε  λίγα μέτρα εκεί κοντά δέκα ακριβώς χρόνια πριν..Άρχισαν τα ερωτηματικά. Άραγε τον είδε? Τον γνώρισε? Τα μαλλιά του έχουν αραιώσει αισθητά και ξέρει πως είναι αδύνατο να εκπέμπει την ανεμελιά που τον διακατείχε τότε.  Δεν ξέρει αν θέλει να τον έχει δει. Πέρασε την Αλ. Σβώλου και στάθηκε στην πόρτα μιας πολυκατοικίας. Εκείνος  την είχε δει και το μεσημέρι του δεν ήταν πια το ίδιο. Εκείνη , σαν να είχε πια ξεχάσει τελείως τα περιστέρια, στάθηκε μπροστά σε μια βιτρίνα  και  είχε αφοσιωθεί σε ένα φόρεμα που έπεσε στην αντίληψη της. Χάζευε αρκετή ώρα το φόρεμα και ‘κέινος στεκόταν ασάλευτος στη θέση του. Αν και απέναντι, από την αντανάκλαση στο τζάμι ξεχώριζε τα χαρακτηριστικά της . Παρά τα τόσα χρόνια , παρά το πόσο λίγο τα είχε χορτάσει κάποτε,  δε τα είχε ξεχάσει . Αποφάσισε να συνεχίσει το βήμα του για να εκπληρώσει το σκοπό του..να πάρει αυτές τις θαλασσινές εικόνες που χρειαζόταν και να επιστρέψει στο γραφείο. Γύρισε την πλάτη και έφυγε. Λίγο πριν η οπτική επαφή γίνει αδύνατη γύρισε για να  ψάξει ανάμεσα στους λιγοστούς μεσημεριανούς διαβάτες μια τελευταία φορά  τηn Αρετή .
……………………………………………………………………………………………………………………………………………….
Είχε κρύο και φυσούσε. Έσφιξε το κασκόλ της και ανηφόρισε προς την καμάρα. Πάει ο ήλιος των προηγούμενων ημερών. Ήταν ένα από τα χαρακτηριστικά χειμωνιάτικα μεσημέρια του Γενάρη που ο αέρας σου μαστιγώνει τα μάγουλα. Τότε τον είδε. Θα τον ξεχώριζε από πολλά μέτρα μακριά, όσα χρόνια και να περνούσαν. Βάδιζε με εκείνο το βιαστικό αλλά κατά κάποιο ιδιαίτερο τρόπο νωχελικό βήμα, στην απέναντι πλευρά από κείνη. Ένιωθε την ατμόσφαιρα και τα κτίρια να στέλνουν περίεργες δονήσεις προς το μέρος της. Άραγε εκείνος την είδε? Δεν πρέπει να κοιτάξει. Δεν ξέρει τι να κάνει , βασικά. Εκείνη τη στιγμή μια ομάδα περιστέρια πετούν κοντά στο κεφάλι της και της δίνουν τη λύση. Χαζεύει δήθεν μαζί τους. Την είδε; Να κοιτάξει; Της φάνηκε πως τα μαλλιά του έχουν αραιώσει κάπως. Στάθηκε μπροστά σε μια βιτρίνα με γυναικεία ρούχα. Κανένα όμως από τα ρούχα δεν κοιτούσε. Μέσα από το τζάμι μπορούσε τώρα να τον δει καθαρά. Το κρύο και η μεσημεριανή ώρα δεν έφεραν πολλούς περαστικούς αναμεσα τους εκένη την ώρα. Κοκκάλωσε. Και κείνος την είχε δει. Και μάλιστα τον έβλεπε ξεκάθαρα ακουμπισμένο λίγα μόνο μετρα απέαντι  της να την κοιτάζει. Δεν ήξερε τι να κάνει. Μια δύναμη μέσα της την έπρωχνε να πάει κοντά, μόνο για να τον κοιτάξει στα μάτια και να χαμογελάσει, να μάθει τα νέα του, ίσως να έχει γυναίκα, παιδιά και μια όμορφη καθημερινότητα. Ίσως να έρθει εκείνος, σκέφτηκε. Πέρασαν μόνο λίγα δευτερόλεπτα..Μπα, δε θα πάει. Άλλωστε δεν έχει και πολλά να του πει. Σε μισή ώρα εξάλλου έχει  πρόβα με την ορχήστρα και έχει αργήσει. Πρέπει να περάσει να πάρει και το βιολί της. Μέχρι να το αποφασίσει να συνεχίσει την πορεία της αντιλήφθηκε και εκείνον να κάνει το ίδιο.. Έφευγε. Η ευκαιρία να ανταλλάξουνε δυο λέξεις είχε μόλις χαθεί. Κάτι μηνύματα σκόρπια, «γεια, ελπίζω να είσαι καλά» πριν 4- 5 χρόνια, ήταν η μόνη τους επικοινωνία. Δεν ήξερε καν ότι είχε γυρίσει από την Αγγλία ο Άγγελος. Τώρα πια, και από ασφαλή απόσταση είχε γυρίσει και τον κοιτούσε. Είχε απομακρυνθεί αρκετά αλλά τον ξεχώριζε ακόμα. Γύρισε και την αναζήτησε. Είναι σίγουρη πως την είδε, να τον χαζεύει να κατηφορίζει προς τη θάλασσα. Στα μάτια της ανέβηκαν δάκρυα που κύλησαν και ζέσταναν τα μάγουλα της. Έβγαλε το σημειωματάριο της, κάθησε σε ένα πεζούλι και έγραψε :« 14 Ιανουαρίου 2013.
 Σήμερα είδα τον Άγγελο. Λίγα μέτρα κοντά στο σημείο που τον είχα πρωτοδεί λίγα χρόνια πριν..- αν είναι λίγο το δέκα. Ταράχτηκα. Ακόμα αγαπώ αυτή την ιστορία. Θυμίζει νιότη, φρεσκάδα, καπνό , αλκοόλ και ανεμελιά. Ο Άγγελος 35 χρονών, και ‘γω 34 τώρα πια. Άραγε πως τον φωνάζουν στη δουλειά? Κύριο? Ο Άγγελος κύριος? Ο Άγγελος που τις νύχτες τριγυρίζαμε στους δρόμους.. για να ζήσουμε όσο περισσότερες ώρες μπορούσαμε?»
-Το βράδυ στις δύο στη γνωστή γωνία, έλεγε κάθε μέρα, και κάθε βράδυ την περίμενε εκεί, να ανακαλύψουν κάθε στενό στην άνω πόλη και να αράξουν σε κάθε πλακάκι της παραλίας μέχρι να έρθει το πρωί, που επιστρέφανε με κύκλους γύρω από τα μάτια αλλά την ψεύτικη χαρά της αϋπνίας στο πρόσωπο. «Ο Άγγελος που έγραφε στους τοίχους και στα ρούχα του συνθήματα ? Που καθόταν με τις ώρες και την άκουγε να γρατζουνάει το βιολί της. Άραγε ξέρει για τις σπουδές της στη Βιέννη; Για το σπίτι στο νησί; Για τον πατέρα της?  »
Έκλεισε το σημειωματάριο και σηκώθηκε. Ο κρύος αέρας την έφερε πίσω στο τώρα. Έχει πρόβα και για το αυτοκίνητο της χρειάζεται περπάτημα ακόμα. Δε νιώθει όμως την ίδια κούραση. Γι αυτό την αγαπάει τη ζωή . Για αυτά τα αναπάντεχα μεσημέρια του χειμώνα . Αλλά και για το φτερούγισμα που ένιωσε στην ψυχή της όταν τον είδε.. Γι αυτό αγαπούσε και τον Άγγελο. Κοντά του ένιωθε μικρή και ξέγνοιαστη, ήταν μικρή και ξέγνοιαστη,  με εκατοντάδες βαλίτσες μέλλον στοιβαγμένες μπροστά της . Εκείνη όμως πήρε το σάκο της και τράβηξε από την άλλη πλευρά. Και σαν περνά από τη γειτονιά, της έρχεται πάντα από τον αέρα το άρωμα μιας άλλης εποχής και της γαργαλάει το μυαλό…
Κοντοστέκεται, γυρίζει το κεφάλι προς τα πίσω. Η φιγούρα του Άγγελου έχει χαθεί από το οπτικό της πεδίο. Η μέρα συνεχίζεται. 


(συνεχίζεται)
Σ.Μ