Πέμπτη, 3 Μαρτίου 2016

Μάλιστα,χωρίς μάσκα.

photo by σ.μ
Ούτε μάσκα. Ούτε καπέλα. Ούτε ρόπαλο. Ούτε κομφετί . Ούτε σερπαντίνες.
Αλήθεια, θυμάσαι ;Τότε που..
Τότε που τι?
Τότε που γυρνάγαμε ψελλίζοντας  «μάσκα δεν έχω να γυρνώ».
 Αλλά γυρνάγαμε. Με μάσκα.

Τόσους  κλόουν τους σιχάθηκε η ψυχή μου.
Βασίλισσες.
 Βασίλισσες να ντυθούμε.
Και μάγισσες με ομπρέλες.
Να στείλουμε μηνύματα σ’ εκείνους που ‘φυγαν μια μέρα όπως σήμερα.
Αλλά μας αγαπούσαν.
Μάλιστα,χωρίς μάσκα.

Πέμπτη, 11 Φεβρουαρίου 2016

Καθρέφτες δειλινά

photo by σ.μ.



Τολμάς να κοιτάξεις στον καθρέφτη αυτόν τον μπλέ-
ή με βλέμμα κάτω ψάχνεις θράυσματα αβύσσου
σε καθρεφτάκια (μήπως ανθρωπάκια;) τσέπης-
όπως εκείνα που κρατούν τα κορίτσια-
πιο όμορφα σαν θέλουν να γίνουν
για να αντανακλούν
την ντροπή που ξέχασαν στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου
εκείνη τη νύχτα με τα μάτια τα γυαλιστερά
που καθρέφτισαν το χθες
και ο χρόνος σταμάτησε
μαζί και ο χορός.
Σηκώθηκες.
Έβγαλες τα γοβάκια και την κορδέλα από τα μαλλιά
Και έσπασες τον καθρέφτη σου.
Κομμάτια χίλια.

Έκλαψα, γιατί πώς να ξανακολλήσει.


Σ.Μ.

Τετάρτη, 20 Ιανουαρίου 2016

μήπως και καταλάβω

photo by σ.μ.

Δεν είναι ότι δε θέλω να μάθω την αλήθεια,
να τα ξεκαθαρίσω προσπαθώ
μήπως και
καταλάβω
μαριονέτα αν
του κόσμου του δικού μου είμαι
τι κι αν κοπεί η κλωστή- νομίζω δε με νοιάζει
ποιος θα ζητά μια μαριονέτα δίχως οδηγό?
κλόουν?
Πώς να γίνω κλόουν –
Ναι , μελαγχολία και πονοκέφαλο. Και οι κλόουν και οι απόψεις τους. Μου προκαλούν μελαγχολία και πονοκέφαλο – αυτό
Όχι φόβο . Πονοκέφαλο.
Δεν είναι ότι δε θέλω να μάθω την αλήθεια.
Να τρέξω προσπαθώ
αλλά στα όνειρα δεν μπορώ να τρέξω
και με φτάνει πάντα κάτι.
Και προσπαθώ – να ελιχθώ
μήπως και
καταλάβω
ακροβάτης αν
του τσίρκου του δικού μου είμαι
Ψηλά?
Θα σκαρφαλώσω ναι.
Δεν κοιτάζω κάτω.
Ναι , μελαγχολία και πονοκέφαλο, τα είπαμε.
Κάποια απογεύματα έχουν γεύση – πως λέμε μυρωδιά – φρεσκοτυπωμένου χαρτιου
σα να ‘ναι κυριακάτικα πρωινά
Κάποιοι άνθρωποι έχουν μυρωδιά – πως λέμε γεύση – κρέμας με κανέλα από την εποχή των λιγοστών αναμνήσεων
Πρόσωπα οικεία που υποκρίνονται τα ανοίκεια
στη σκάλα ενός αεροπλάνου
ότι τάχα δεν έπαιξαν στον ίδιο θίασο
Και προσπαθώ - αν και δυσκολεύομαι – να κοιτάζω ευθεία
μήπως και
καταλάβω
σημείο  αν
του κύκλου του δικού μου είμαι
Ευθεία, ναι , στη εφαπτόμενη –
για να μη μπερδεύομαι
με τα ανοίκεια
πρώην οικεία βήματα.
Κι η εφαπτόμενη;
Διέξοδος
από του κύκλου τη συνήθεια
Κάποιες λέξεις έχουν την έλξη – πως λέμε δύναμη-  γκρεμού απότομου στου νου τα άδυτα
Κάποιες εικόνες έχουν τη δύναμη- πως λέμε έλξη – σκάλας φωτεινής ατέρμονα ανοδικά κυλιόμενης
Αν ανέβεις πρόσεχε-
Το διάβασα αυτό που σου λέω – δεν το σκέφτηκα : 
 «Αν δε σηκώσεις τα μάτια, θα νομίζεις ότι είσαι στο πιο ψηλό σημείο»

Σ.Μ.

Τετάρτη, 11 Νοεμβρίου 2015

Τι έχουμε κάνει και αξίζουμε τέτοια ηλιοβασιλέματα;

photo by σ.μ.

Περπατάμε σκυφτοί , κοιτάμε κάτω.
Γνωρίζουμε καλά τα πλακάκια αυτής της πόλης, τις κολλημένες τσίχλες και τα σπασμένα πεζοδρόμια.
Ααα, μη μου λες για πρόσωπα. Ξέρεις, δε θυμάμαι μωρέ πρόσωπα και ονόματα- δε συγκρατώ. Έχω τα δικά μου .
Περπατάω σκυφτή, κοιτάω κάτω.
Σκεφτόμαστε.
Το τώρα, το χθες, το αύριο. Το δικό μας τώρα το δικό μας χθες το δικό μας αύριο.
Γινόμαστε μικρόψυχοι και μαλώνουμε με τους ανθρώπους που αγαπάμε ή που μισούμε για να χωρίσουμε τι?
Αν κάποιος μας χαμογελάσει γυρίζουμε από την άλλη. «Τι θέλει  τώρα ο περίεργος», σκεφτόμαστε.
Τα βράδια όταν σμίγουμε με φίλους αγαπημένους να πιούμε και να αγκαλιαστούμε εμμένουμε στις ιδέες μας και ξεχνάμε να τους πούμε πόσο τους αγαπάμε.
Το πρωί φεύγουμε για τη δουλειά χωρίς να χαμογελάσουμε. Φτάνουμε χωρίς να χαμογελάσουμε.
Πορευόμαστε.
Μόνοι αντίκρυ ή πλάτη στον ήλιο.
Με τα μάτια στραμμένα μέσα μας – σπάνια τριγύρω.
Κοιτώ μα δε βλέπω τι μου δείχνεις. Τι εννοείς και στέλνεις σινιάλο με τα τεράστια χέρια σου.
Τι θέλεις και σε θυμάμαι πάντα την ώρα που φεύγει η μέρα.
Τι θέλεις που εγώ δεν το θέλω και πως θα το βρω;
Τα πόδια μου ψάχνουν τα δικά σου κάτω από τα σκεπάσματα για να αισθανθώ πως δεν είμαι μόνη.
Καθώς κοιμάσαι σου ψιθυρίζω το σ’ αγαπώ που ο εγωκεντρισμός μου σου στέρησε το απόγευμα.
Καθώς κοιμάμαι ονειρεύομαι πως ανεβαίνω τη μαρμάρινη στριφογυριστή σκάλα.
Βγαίνω στην ταράτσα και μετράω τις κεραίες.
Προσπαθούμε να συνδεθούμε.
Τι περίεργο, εδώ ψηλά, ήσυχα και μοναχικά να προσπαθούμε να συνδεθούμε και κει χαμηλά να μας προσπερνούν τόσα ζευγάρια μάτια.
Και μεις να  κοιτάμε κάτω.
Να τες πάλι οι  κεραίες.
Σαν ανεμοδείκτες στραμμένοι εκεί που φεύγει η μέρα.
Τι έχουμε κάνει και αξίζουμε τέτοια ηλιοβασιλέματα;

Σ.Μ.



Κυριακή, 10 Αυγούστου 2014

Δεν μισώ, αλλά...

photo by σ.μ.

Αγαπώ το καλοκαίρι. Τον Ιούλιο και τον Αύγουστο.Την άδεια πόλη και τους λιγοστούς διαβάτες. Τους αργούς ρυθμούς και τη μεσημεριανή ραστώνη. Τα πολλά πάρκινγκ. Τα λίγα αυτοκίνητα. Τα κλειστά μαγαζιά. Τα ανοιχτά παράθυρα.
Αγαπώ την ησυχία και το ακορντεόν που τριγυρνά από γειτονιά σε γειτονιά και τραγουδά δέκα χρόνια τώρα «σ αγαπώ γιατί είσαι ωραία», και την χαλάει.
Αγαπώ τους ανθρώπους που απλά αβίατσα και χαλαρά πάνε το μυαλό μου ένα βήμα πιο πέρα. Και με κάνουν να γελάω.Να πίνω να τρώω και να γελάω. Τους ευχαριστώ.
Αγαπώ τα κρυμμένα μαγαζιά στα κάστρα. Το Καπάνι όταν είναι τα στόρια κατεβασμένα και το παγωτό στη σβώλου. Εκεί πάντα στόρια ανεβασμένα.
Αγαπώ τις μέρες που δεν πάω στη δουλειά και με νοιάζει μόνο τι θα πάρω μαζί στις διακοπές. Αγαπώ τις διακοπές.
Αγαπώ την παραλία, τη ρακέτα και την άμμο. Τα τζιτζίκια και τα νερά. Τα κάμπινγκ.
Τη Θάλασσα
Τη μυρωδιά του τηγανητού ψαριού και τη γεύση αρμύρας στο πρόσωπο σου.
Αγαπώ τις ταράτσες, τα κοκτέιλ και το θερινό σινεμά. Με τα πατατάκια από το περίπτερο και αντικουνουπικό από το σπίτι.
Αγαπώ τα βράδια στο μπαλκόνι .Τις ξάπλες στην αιώρα. Και το διάβασμα.
Τις βόλτες χέρι χέρι.
Αγαπώ  το κρυμμένο νόημα πίσω από τα βλέμματα και τις λέξεις. Αναστοχασμός.
Τα παλιά αυτοκίνητα και τα παλιά τραγούδια. Και τα βιβλία τα παλιά. Τα μεταχειρισμένα. Που μυρίζουν ιστορία και είναι κίτρινα και λεκιασμένα.
Αγαπώ τα καθαρά σεντόνια που  μυρίζουν κουάντο με «γεύση» νησιά αιγαίου. Αγαπώ τα νησιά του αιγαίου. Και τα καράβια και τα καΐκια και τα λοιπά πλεούμενα.
Αγαπώ τα μύδια και τα όστρακα. Τη μπύρα .  
Τη μπύρα.
Αγαπώ το κολύμπι. Τα πολύχρωμα μαγιό. Τα μακριά φουστάνια. Τα αχτένιστα μαλλιά. Τα ξύλινα κοσμήματα. Τις πέτρες. Τα κοχύλια. Τα ψαθινα καπέλα.
Αγαπώ τη μουσική . Τις νότες και το πεντάγραμμο.
Αγαπώ τον εαυτό μου. Τον πατέρα και τη μάνα μου. Την αδερφή μου.
Εσένα. Τη φωνή σου και τα βήματα σου. Αγαπώ τα τηλεφωνήματα από φίλους που είναι μακριά. Και κοντά. Τις τυχαίες συναντήσεις. Και τις προγραμματισμένες.
Τους σταθμούς των τρένων και τα αεροδρόμια. Τα ταξίδια.
Αγαπώ τη θέα από ψηλά.
Τα λουλούδια στις βεράντες και τους γέρους με τις πλαστικές καρέκλες στις γειτονιές.
Αγαπώ το γάλα και τον καφέ χωρίς ζάχαρη. Το τσιγάρο. Το σεξ.
Αγαπώ τα καθαρά μάτια και τα αληθινά λόγια. Αγαπώ τα πολλά λόγια.
Αγαπώ τα δώρα από και προς. Τα γράμματα, τις κάρτες και τα δέματα. Το χαρτί περιτυλίγματος και το φιόγκο. Και τη βιβλιοθήκη μου.
Αγαπώ τη νύχτα και την αίσθηση απεραντοσύνης που μου φέρνει.Το φεγγάρι.
Αγαπώ που δεν γράφω για ό, τι μισώ. Που γίνομαι μελό.
Αγαπώ το χθες και αγαπώ το τώρα.
Τώρα.
Αγαπώ την αρχή και αγαπώ το τέλος.

Τέλος.

Σ.Μ.

Τετάρτη, 26 Μαρτίου 2014

Πωλούνται δάκρυα

photo by Σ.Μ

-Πωλούνται δάκρυα, άκουσα.
-Όχι ευχαριστούμε, έχουμε τα δικά μας, απάντησε και της έριξε ένα διερευνητικό βλέμμα. Μια ματιά από εκείνες τις διαπεραστικές που σου ρίχνουν μόνο οι άνθρωποι που σε ξέρουν καλά και σε αγαπάνε, προσπαθώντας να βρουν τι τρέχει με σένα.
-Ποια δικά μας καλέ, αφού εσύ δεν κλαις ποτέ.
-Ε άσε με τώρα, τι  πωλούνται δάκρυα, πάνε αγόρασε καμιά καπελαδούρα καλύτερα, από εκείνες τις ψάθινες. Κάνει ήλιο κορίτσι μου και θα καείς πάλι και θα γκρινιάζεις.
-Ε  να, γι αυτό σου λέω, να πάρουμε και λίγα δάκρυα, με τόσο ήλιο που έρχεται θα στεγνώσω, και τι θα κάνω μετά ? Πως θα κλάψω  μετά ?Ή μάλλον, ξέρεις κάτι, δε θα αγοράσω, θα μου δώσεις εσύ τα δικά σου δάκρυα.
-Εγώ δεν κλαίω, εσύ το είπες, άσε με.
-Μάθε μου και μένα, έλα μάθε μου. Έλααα
-Τι να σου μάθω παιδί μου? Να μην κλαίω, μάθε μου. Και να μη με νοιάζει, να, και αυτό να μου μάθεις. Ά, και να μη με πειράζει.
-Τι να μη σε νοιάζει και να μη σε πειράζει? Τι μου λες? Γιατί δεν κάθεσαι  να φας το παγωτό σου και όλο ψάχνεις κορίτσι μου? Τι ψάχνεις πάλι σ εκείνα τα μπαούλα στην αποθήκη?
-Τα χρώματα ψάχνω, για να σου τα δείξω.
-Ποια χρώματα? Δε μ αρέσουν τα χρώματα, κλείσε σ ε παρακαλώ το κόκκινο μπαούλο, κοίτα τι βγαίνει από μέσα. Θυμός! Αγανάκτηση άγχος οργή ένταση κόκκινο, κόκκινο, αντίδραση κόκκινο, φωνές, ουρλιαχτά, χαρές, χοροί, καλέ κάτσε φρόνιμα, σταμάτα να χοροπηδάς και κλείσ’ το επιτέλους!
-Όχι, δε το κλείνω δε το κλείνω, κόκκινοοο, κόκκινο, επιθυμίες πάθη, τραγούδια καυγάδες, ένταση, τρέξιμο, ανυπακοή, έλα έλα και συ, γέμισε το δωμάτιο ενέργεια δε το βλέπεις? Πφφ σήκω βρε παιδί μου από το πρασινό καφέ χαλί, θα τη χαρείς αργότερα τη γή σου.
-Πατάω γερά τα πόδια μου εδώ. Δε θέλω να σηκωθώ , θα με παρασύρει το κύμα όλων αυτών των πραγμάτων , όλων αυτών των αλλόκοτων που βγήκαν από το κόκκινο μπαούλο σου.
-Αχχχ, τι ξενέρωτος, πάντα ξενέρωτος ρε παιδί μου, πφφφ. Πώς κάνεις έτσι, θα το κλείσω! Αααα…το βρήκα!! Θα ανοίξω το μπλέ! Ηρεμία δεν ήθελες?
-Μα κάθισε φρόνιμα, πρέπει υποχρεωτικά να ανοίξεις κάτι?
-Ναι , πρέπει πρέπει πρέπει. Ααααα, κοίτα τι ωραίο το μπλε μπαούλο! Πόπο και οι μουσικές του! Ταξίδι  ολόκληρο στη θάλασσα και τον ήλιο. Μμμμμ….λα λα λα λα λα, γαλήνη, απογεύματα, δειλινά και ξυπνήματα, νηνεμία, ηρεμία και μπλέ ώρα,,και ύπνος!
-Δέ θέλω να ηρεμήσω, δεν έχω κάτι για να θέλω να ηρεμήσω κορίτσι μου. Κλείσε το μπαούλο και κατέβα επιτέλους από το σύννεφο.
-Δε θέλω να κατέβω, δε θέλω να καθίσω στο χαλί σου, δε θέλω να πατήσω στη γη πως το λένε. Το βρήκα! Έλα να χορέψουμε! Θέλεις να χορέψουμε? Αχ πές μου πως θέλεις να χορέψουμε, πες ναι ναι ναι!
-Δε θέλω να χορέψω.
-Ε, οκ βρε αδερφε, να τραγουδήσουμε τότε.
-Γιατί να τραγουδήσουμε χορωδία είμαστε?
-Πφφφ, μα τι θα κάνουμε λοιπόν. Να παίξουμε? Ναι ναι να παίξουμε μουσική και να σου διαβάσω το αγαπημένο μου βιβλίο.
-Αχχχ , γιατί δε μ’ακούς, κάτσε ήσυχη. Θα χτυπήσεις. Θα χτυπήσεις και μετά θα κλαίς.
-Θα κλαίω, ορίστε, είδες? Εσύ το είπες. Δεν ήθελες να αγοράσουμε δάκρυα και τώρα θέλεις να με κάνεις να κλαίω για να μην αναγκαστείς να αγοράσεις γιατί είσαι τσιγκούνης. Ναι, αυτό είσαι. Γεροσκρούτζ. Αυτό είναι , το βρήκα.
-Γιατί τα λές τώρα αυτά. Εγώ να μη χτυπήσεις θέλω.
-Ξέρεις κάτι, μπορεί να έρθω να ξαπλώσω εκεί στο πράσινο λίγο μαζί σου, αλλά μη νομίζεις ότι θα προσγειωθώ τόσο εύκολα. Δεν υποχωρώ! Απλά για λίγο θα κάνω ότι είμαι σαν εσένα. Να έτσι, θα κάνω ότι δε με νοιάζει. Να ορίστε. Κλακ κλακ. Κλείνω και τα μπαούλα. Πάει και το κόκκινο πάει και το μπλέ. Ορίστε, σταμάτησαν και οι μουσικές και οι επαναστάσεις. Έλα λοιπόν, να συζητήσουμε για κάτι σοβαρό.
-Ωραία!
-Να πούμε για τα λουλούδια?
-Μα είναι σοβαρό θέμα τα λουλούδια?
-Πιο σοβαρό? Για τα δέντρα?
-Πφφφ!
-Οκ, για το δάσος! Λογικό να σου αρέσει το δάσος πιο πολύ γιατί  έχει και δέντρα και λουλούδια.
-Δεν είναι σοβαρά θέματα αυτά. Σοβαρά θέματα είναι η οικονομία, τα λεφτά, η πολιτική. Τόσα πράγματα γίνονται και συ μου ανοίγεις τα μπαούλα και αναστατώνεις όλο το χώρο. Συντονίσου επιτέλους. Πότε θα μεγαλώσεις. Δε το βλέπεις ότι έμεινες μόνη σου εκεί  πάνω? Κατέβα από το σύννεφο. Είσαι μόνη σου.
-Εσύ με άφησες μόνη μου, μαζί με κάποιους ξένους εδώ, που μένουν και κείνοι σε άλλα σύννεφα. Εσύ και όλοι οι άλλοι που φύγατε, και μας  κάνετε και κλαίμε και ρίχνουν βροχή το συννεφάκια μας. Και συνεχίζετε να μας  πληγώνετε και να μας τη σπάτε και να μας πιέζετε να υπακούσουμε, για να μη ξεραθεί αυτή η πολύτιμη γη σας. Και τώρα με τον ήλιο δε φοβάστε, γι’ αυτό δε μου αγοράζεις δάκρυα. Δε φοβάστε γιατί δε θα μας αφήσουν να στεγνώσουμε οι συμπεριφορές σας. Αλλά εγώ ξέρω τι θα κάνω, και βασικά αυτό είναι που θέλω να σου πω, και γι αυτό και σου αγόρασα εγώ μερικά δάκρυα.
-Μου αγόρασες? Για μένα? Τι να τα κάνω? Και τι δηλαδή θα κάνεις εσύ?
-Θα πλησιάσω στον ήλιο, το κανονίσαμε τις προάλλες. Θα πλησιάσω και θα εξατμιστώ. Θα εξατμιστώ και θα εξαπλωθώ παντού, να ζήσω επιτέλους ελεύθερη. Και θα δω και τόσα μέρη έτσι που θα παρασύρουν τους υδρατμούς μου οι αέρηδες.

Δε τη θέλω άλλο τη γήινη συνείδηση σας. Τη βαρέθηκα.

……………………………………………………………………………………………………………………………………………….

-Έιι, ξύπνα, έφερα καφέδες!
-Μμμμμ, πόσο κοιμήθηκα;
-Λίγο.
-Μμμ, ονειρευόμουν όμως.Θα βουτήξουμε?
-Ναι, αμέ.
-Μπορώ να μείνω για αιώνες έτσι.
-Πώς;
-Έτσι κάτω από το δέντρο να ακούω τη θάλασσα και να κοιτώ τον ήλιο ανάμεσα από τα φύλλα. Και να βουτάω κάθε μέρα για πρώτο μπάνιο.
Αιώνες λέμε.
Δε την μπορώ άλλο αυτήν την πολύπλοκη καθημερινότητα, τη βαρέθηκα.


                Σ.Μ.

Τετάρτη, 4 Δεκεμβρίου 2013

κάπως έτσι..

Ένα απόγευμα, επιστρέφοντας στο σπίτι από τη δουλειά..αντίκρισα αυτό



photo by σ.μ.



αργά, πολύ αργά το ίδιο βράδυ..περπατώντας στη Λώρη Μαργαρίτη κάποιος είχε διαβάσει τη σκέψη μου...και την έγραψε..κάπως έτσι



photo by σ.μ.



:) :) :) :) :) :) :) :) :) :) :) :) :)