Τετάρτη, 4 Δεκεμβρίου 2013

κάπως έτσι..

Ένα απόγευμα, επιστρέφοντας στο σπίτι από τη δουλειά..αντίκρισα αυτό



photo by σ.μ.



αργά, πολύ αργά το ίδιο βράδυ..περπατώντας στη Λώρη Μαργαρίτη κάποιος είχε διαβάσει τη σκέψη μου...και την έγραψε..κάπως έτσι



photo by σ.μ.



:) :) :) :) :) :) :) :) :) :) :) :) :)

Κυριακή, 30 Ιουνίου 2013

με ενοχλείς


Ανακαλύψαμε μια πόλη, χαθήκαμε στα σοκάκια της και ζήσαμε ιστορίες από ένα διαφορετικό μέλλον με διαφορετικά σπίτια και διαφορετικούς ανθρώπους…
Τα βράδια  βαδίζω σε οικεία μονοπάτια ή τα προσπερνώ βιαστικά με το αυτοκίνητο επιστρέφοντας από τη δουλειά , και  είναι  το ίδιο όμορφα και διαφορετικά αγαπημένα.. και γίνονται εφόδιο οι αναμνήσεις για να χτίσεις ένα γαλήνιο και ομορφότερο παρόν μέσα στη τόση απογοήτευση που περιβάλλει την καθημερινότητα μας..

Πιο χαμηλά..
Πιο χαμηλά..
Πιο χαμηλά..
Πιο χαμηλά..

Άδειασαν οι δρόμοι και είναι τόσο μαγικά να νιώθεις πως σ αυτή την πόλη ζούνε και εργάζονται ακριβώς όσοι χωράνε.
Οι υπόλοιποι στριμώχνονται στις παραλίες , για μια θέση στην ξαπλώστρα.
Έχει φρικάρει ο καιρός φέτος και δε το κόβω για μαύρισμα.

Έχει φρικάρει και ο κόσμος.
Λίγη ησυχία, έχω να σκεφτώ.

Ποιον κοροϊδεύεις?

Όχι, αλήθεια με ενοχλείς. Με ενοχλείς  έτσι που μιλάς, έτσι που κινείσαι στους χώρους γύρω μου , με αγχώνεις με την υστερία σου, μου τη σπας να ξερνάς τη μιζέρια σου πάνω σε μένα που απλά περιμένω στην ουρά να γεμίσω τη χαρτοσακούλα μου με ντομάτες όπως και συ.
Και η υπερβολική αυτοπεποίθηση σου με ενοχλεί, ο τρόπος που με ποδοπατάς και με βρέχεις στην παραλία και ο τρόπος που νομίζεις ότι ξέρεις να μιλάς για  όλους και όλα.
Και πίνεις τσιγάρα στις συναυλίες μες στα μούτρα μου. 
Με ενοχλείς που δεν ενοχλείσαι ρε γμτ..
και δε βγάζεις πια φωτογραφίες..
 μόνο γκρινιάζεις για τα λεφτά που σου χρωστάνε και για το κακό που βρήκε εσένα και τους δικούς σου, γιατί φυσικά μέχρι εκεί φτάνει το αστείρευτο σου ενδιαφέρον.
Μου τη δίνεις που με προσπερνάς στο φανάρι καβαλώντας πεζοδρόμιο και φουσκώνεις από υπερηφάνεια.
Και  ο ενικός με τον οποίο απαντάς στο δικό μου πληθυντικό.
Και  χαίρεσαι που δεν ακούω πια δεύτερο. Και δεν έμαθες ότι έκλεισε και ο «κατσέλης» και άλλοι 1500 στο δρόμο.
Και πρέπει να καθίσω δίπλα σου στο λεωφορείο ή και στο παγκάκι.
Και να προσποιούμαι ότι δε με ενοχλείς.
 Ότι δε με νοιάζει που χρησιμοποιείς το δικό μου χώρο παρκινγκ για να βάλεις τα σκουπίδια σου, να προσποιούμαι ότι αδιαφορώ που κυκλοφορείς στα μπαλκόνια με το σώβρακο και μου χαλάς τη θέα.
Μου τη σπας που τρέχεις να μπεις στο ασανσέρ και να πατήσεις το κουμπί μέχρι να ξεκλειδώσω την πόρτα πίσω σου.
Και το σκυλί σου με ενοχλεί που δε μ αφήνει να κοιμηθώ τα βράδια. Και η τηλεόραση, ειδικά η τηλεόραση. Και οι τσιρίδες που βάζεις στον άντρα σου και τα πιάτα που σπάτε.
Και η χώρα σου με ενοχλεί, που με κοροϊδεύει στα μούτρα μου και με κάνει να νιώθω άχρηστη περιτριγυρισμένη από άχρηστους.

Έχουν περάσει χρόνοι δέκα και δεν μπορώ να φτάσω στο αγαπημένο μου παγκάκι γιατί κάνεις έργα και επισκευές.

Και με ενοχλείς.
Δε διαβάζεις κανένα βιβλίο, μόνο καλλωπίζεσαι για να εντυπωσιάσεις το διευθυντή , και μένα δε μου αρέσουν τέτοιοι τύποι.
Όταν άνοιξε το θερινό σινεμά εσύ έτρωγες σουβλάκια στην καντίνα.
Τουλάχιστον να ερχόσουν στο πάρκο.
Μόνο αδέσποτα και ηλικιωμένοι με τα εγγόνια τους.
Και να περίμενες και συ για παγωτό μηχανής. Θα σε συμπαθούσα πιο πολύ, στο λέω.
Και αν δε μου έσπαγες τόσο πολύ τα νεύρα μπορεί να σε λυπόμουν που δεν ήξερες τι χρώμα πλακάκια να στρώσεις στο νέο σου σπίτι.
Άλλα εσύ με προκαλείς και πάλι ενοχλούμαι.
Δεν είμαστε πια φίλοι και με πειράζει που δε σε πειράζει  όπως εμένα.
Ή στραβός ειν’ ο γιαλός ή στραβά αρμενίζουμε, και μόλις πάλι κόρναρες με τόση βιασύνη..και είναι Κυριακή, ε..και μου τη σπας ρε φίλε ,στραβός είναι ο γιαλός, πώς να το κάνουμε..
Και μου τη σπας ακόμα πιο πολύ που δε μπορώ να σου το πω, και να το λύσουμε το θέμα γιατί σε συναντάω συνέχεια και σε έχω σιχαθεί και ο μόνος τρόπος είναι να κλειστώ στο σπίτι μου, αλλά δε θέλω γιατί είναι καλοκαίρι και γω το αγαπώ το καλοκαίρι και θέλω να πηγαίνω βόλτα και να πίνω μπύρα και να τρώω λουκάνικο.
Και συνεχίζεις να κάνεις ότι γουστάρεις είτε είσαι πρωθυπουργός είτε ο γαλακτοπώλης της γειτονιάς μου.
Και με στεναχωρείς, αλλά δεν μπορώ να σε μαλώσω και δεν ξέρω που θα οδηγήσει όλο αυτό.
……………………………………………………………………………………………………………………………………………….
Μια μέρα θα συναντηθούμε και δε θα έχουμε τίποτα να πούμε. Μόνο θα κοιταζόμαστε στα μάτια και θα νιώθουμε αμήχανα και ολωσδιόλου ακαταλαβίστικα.
Αθεράπευτα μόνοι και αθεράπευτα ρομαντικοί.
Και συ που μου τη δίνεις θα περάσεις από δίπλα και δε θα σου δώσω σημασία.
Μια μέρα δε θα δίνω σημασία.
Δε θα δίνω σημασία.
Δε θα δίνω σημασία.
Δε θα δίνω σημασία.
Θα είμαι στον κόσμο μου.
Θα τρώω το παγωτό μου με σαντιγί και φράουλες  και θα κοιτάζω αφηρημένα το απέραντο.
Και ίσως να πάψεις και να με ενοχλείς.
Γιατί δεν ξέρω αν στο πα, αλλά τώρα
 ΜΕ ΕΝΟΧΛΕΙΣ.


Παρασκευή, 31 Μαΐου 2013

Η άνοιξη τελειώνει, το κεφάλι μου πονάει και η αλήθεια ποτέ δε φάνταζε τόσο τρισδιάστατη.


photo by σ.μ.


Φύσαγε διαφορετικά ο αέρας  σήμερα. Θύμιζε κάτι από τον άνεμο του Ιουνίου στα νησιά .Και ο ήλιος διαφορετικά.  Μπαινόβγαινε στα σύννεφα. Και πονοκεφαλιαστήκαμε.

Όσο και αν σε κάψει ο ήλιος στο πρόσωπο όσο και φυσήξει ο αγερας τα μούτρα σου δε σε είδα να χαμογελάς, παρά να περιφέρεσαι πάλι μίζερος με τη μάσκα της απογοήτευσης και την ξύλινη γλώσσα της κινδυνολογίας να καρτερεί.

Πόση παρακμή να αντέξει η αισθητική μας..

Ευτυχώς παράλληλοι δρόμοι οδηγούν στο λιμάνι και κει κάποιοι φιλιούνται παραδομένοι στον έρωτα και κάποιοι τραγουδάνε- μακάρι όχι για να φανούν αλλά για να νιώσουν .Κάποιοι άλλοι κρυμμένοι σε μια στοά αναμοχλεύουν γεύσεις και θύμησες με μπύρα και κρασί.
Όλα τα κείμενα και τα βιβλία φάνηκαν  ίδια και ίδια . Γέμισε η ελλάδα λογοτέχνες και στοχαστές. Γέμισε και φασίστες αριστεροδεξιόφρονες. Ίσως να μην είχε αδειάσει και ποτέ τελικά.

Που να ακουμπήσω να πιω τον καφέ μου..

Καλοκαίριασε αγάπη μου- και συ ακόμη να βγάλεις αυτό το  μπουφάν . Και τα δερμάτινα παπούτσια με τα κορδόνια βάζουν φωτιά στα πόδια σου.  Καλοκαίριασε σου λέω. Το είδα και σε αφίσες στην εθνική- «γκραντ οπενινγκ» σε όλα τα μπιτσόμπαρα.

Γι αυτό, να παίρνεις καλύτερα το τρένο-. Και για να κάθεσαι στο παράθυρο .

Μου λες ότι φλερτάρεις με την τρέλα, αλλά εγώ σε προτιμούσα τότε που φλέρταρες με μένα και μετά αράζαμε παρέα στο παγκάκι. Άλλαξα. Όχι μόνο γειτονιά.

Στα πλακόστρωτα δρομάκια το σούρουπο συναντώ πολλούς ανθρώπους . Κοιτώ από τα ανοιχτά παράθυρα και προσπαθώ να κλέψω λίγο από την καθημερινότητα τους- να φτιάξω μια ιστορία και να γίνουν ήρωες . Όσα ανοιχτά παράθυρα τόσες ιστορίες.

Καρεκλιτσα μπαλκονάκι παρεάκι. Όνειρα μοναχικά ή και μοιραζούμενα.

Μυρίζει και κανένας βασιλικός που και που. Και γιασεμί. Και νυχτολούλουδο.

Σειρά σου να κλείσεις τα μάτια.

Πώς θα (ξε)φύγουμε;

Y.Γ Για όσους ασκόπως τριγυρνάνε και ρεμβάζουν..

Τετάρτη, 20 Μαρτίου 2013

Κάποια βράδια τα όνειρα

photo by σ.μ.


Κάποια βράδια τα όνειρα είναι περίεργα και  με τρομάζουν. Ξυνπνάω μες στη νύχτα και μπερδεύομαι. Μπερδεύω τα παλιά με τα καινούρια. Τα τώρα με τα αύριο. Μπερδεύω τους γνωστούς με τους αγνώστους και τους πεθαμένους με τους ζωντανούς. Κυρίως με κείνους που λείπουν και έχω καιρό να δω..ή ίσως να μην ξαναδώ ποτέ. Περπατώ σε περίεργους δρόμους..πάντα πέτρινους και πάντα καταλήγω στη θάλασσα. Ή μάλλον για να το πω καλύτερα, καταλήγω πάντα σε μια ήσυχη προβλήτα γκρί τσιμεντένια και έχει συννεφιά και νηνεμία. εκεί ξαπλάρω την ψυχή μου. Είναι εκείνη η στιγμή που το μειδίαμα ζητά να γίνει γέλιο και το συνειδητό προσπαθεί να πείσει το πεισματάρικο υπερεγώ ότι όλο αυτό δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα όνειρο..και δε θέλεις να ξυπνήσεις, ή μπορεί και να θέλεις τελικά.  Επίσης ζω σε περίεργα σπίτια. Βγαλμένα από το παρελθόν ή και όχι . Συχνά μοιάζουν με τα σπίτια που δημιουργεί η φαντασία διαβάζοντας κάποιο βιβλίο και τοποθετεί εκεί την ιστορία και τους ήρωες. Και είναι συνέχεια τα ίδια σπίτια από τότε που ήμουν  5  χρονών  αλλά γεμάτα με τις πιο μύχιες σκέψεις και νοήματα του είναι , που αλλάζουν από μέρα σε μέρα και από εποχή σε εποχή.  Γι αυτό μπερδεύομαι . Αλλά είναι σαν μέλι αυτό το μπέρδεμα. Κολλάς . Σκάλωμα μεγάλο. Στέκεσαι μετέωρος στην αλήθεια και τη φαντασία και είσαι μέσα εκεί μόνος χωρίς κανένας να μπορεί να σε λογοκρίνει για αυτό που είδες, γιατί φώναξες, γιατί έτρεξες και γιατί έκλαψες, επειδή είσαι στο όνειρο σου και είσαι μόνος. Κάπως έτσι θέλω να φαντάζομαι το ταξίδι προς το θάνατο, αν δεν είναι η ζωή αυτό..Αν δεν είναι η ζωή αυτό το μετέωρο όνειρο ανάμεσα σ αυτά που γίνονται και σ εκεινα που ήταν για να γίνουν, ή σ αυτά που κάποια μέρα θα γίνουν. Γύρω μου κάθε μέρα δυσκολεύουν πι ο πολύ τα πράγματα. «Φίλε, νομίζω το μνημόνιο δε μας άγγιξε όσο έπρεπε»,μου είπε χθες στο τηλέφωνο φίλός αδελφικός, που φοβόταν εδώ και χρόνια μη γεράσει μια ώρα «αρχίτερα» στην επαρχία. Φοβάται ακόμα. Αλλά όχι ν αφήσει τη Θεσσαλονίκη, όπως τότε. Άλλα πράγματα. Την αδυναμία μας να κάνουμε εκείνα που λέγαμε κάτι βράδια στα γρασίδια και κάτι καλοκαίρια στο λιμάνι. Την περιρρέουσα ηλιθιότητα. Τη σαπίλα της έκφρασης. Τη μουγγαμάρα. Φοβάται και μένα λεει καμμιά φορά. Και γω φοβάμαι μαζί. Και μπερδεύονται ακόμα πιο πολύ τα όνειρα. Τρέχω στο σκοτάδι ιδρωμένη να ξεφύγω. Και στέκομαι μπροστά σε κάτι σαν παράθυρο. Σαν ατομικό κάδρο-πλαίσιο. Βάζω μέσα το κεφάλι και βιώνω το αίσθημα ότι κοιτάζω προς τα μέσα. Μέσα στο δικό μου κεφάλι – ψυχη . Βλέπω σκοτάδι λάμψεις πολλες πολλες εικόνες ανθρώπους κλωτσιές μπουνιές κραυγές – τι στο διαλο τοσο θυμό έχω μέσα μου- και κόκκινο πολύ κόκκινο- όχι αίμα. Φωτιά. Ακόμα και την αδυναμία μας να σμίξουμε. Να πιούμε παρέα δυο μπύρες και να αγκαλιαστούμε.  Και αυτή τη φοβάται ο φίλος μου. Κάτι άλλα όνειρα είναι σαν πίνακες του Escher, που κατεβαινεις διαρκώς τα ιδια σκαλοπάτια που σε οδηγολυν σε ένα ίδιο δωματιο μεσα στο οποιο περιέχονται τα ίδια σκαλοπατια και σε οδηγούν σε ένα ίδιο δωμάτιο. Όπως οι διάδρομοι του ξενοδοχείου του Alain Resnais στο last year at marienbad. Ένα ατέρμονο παιχνίδι με το aσεινήδητο.

Και η νύχτα ξεκινά.

Σ.Μ

Παρασκευή, 22 Φεβρουαρίου 2013

Η ζωή δεν αλλάζει με τη βροχή.


photo by σ.μ.

Να γίνεσαι φωτιά.
Να καίγεσαι.
Να σε φυσάει ο αέρας και να καις τα πάντα γύρω σου.
Για να αλλάξεις τον κόσμο.
Να τον κάψεις και να δημιουργηθεί ξανά από τη στάχτη του. Διαδικασία γνωστή εις τους αιώνες.
Να μη φοβάσαι να καις. Ούτε να καείς. Ας καταστρέφεις.
Μη φοβάσαι. Από κάτω υπάρχει νερό .
Αρκεί να φύγει όλη αυτή η ξεραΐλα και η σήψη.
Επίσης να μεθάς .
Να μεθάς και να αφιερώνεις τα τραγούδια και τις λέξεις σου σ εκείνους που δεν ήξεραν πώς να σ αγαπήσουν ,
και σε πλησίασαν μια μέρα με πρωτόγονα, αδρά συναισθήματα και έγιναν σταθμός στη ζωή σου.
Και να χορεύεις. Χορό της ψυχής .Ξέφρενο διονυσιακό .
Και που σαι ,το πρωί, όταν ανοίγεις τα μάτια σου, 
να ξυπνάς μαζί μου.

Σ.Μ

Παρασκευή, 1 Φεβρουαρίου 2013

Μεσημέρι στην πόλη..



photo by σ.μ.


Από το πρωί , οι αλκυονίδες φάνηκε να είναι πια παρελθόν. Κατηφορίζει βιαστικός τη Ναβαρίνου.  Σε μισή ώρα έχει ραντεβού και πρέπει να επιστρέψει πάλι στη δουλειά. Ίσως να προλάβει όμως να δει λίγο τη θάλασσα, να πάρει δυο τρεις καθαρές αναπνοές και να χαζέψει στο αγαπημένο του παγκάκι. Κάνει στάση στο περίπτερο να αγοράσει τσιγάρα. Συνεχίζει βαδίζοντας πιο γρήγορα. Τότε την είδε. Περπατούσε αφηρημένη στην αντίθετη πλευρά από κείνον . Η φιγούρα της καθρεφτιζόταν στα τζάμια , μα εκείνη καθόλου σημασία δεν έδινε. Κοιτούσε ένα τσούρμο περιστεριών που τρομαγμένα πέρασαν πάνω από το κεφάλι της .  Έμοιαζε να αδιαφορεί για οτιδήποτε άλλο.  Όπως τότε , σκέφτηκε. Τα μαλλιά της παραμένανε μαύρα και μακριά, πέφτανε μπροστά κρύβοντας το πρόσωπο της καθώς βάδιζε ελαφρώς σκυφτή.  Ένιωσε μια πελώρια επιθυμία να περάσει απέναντι και να την κοιτάξει στα μάτια. Να δει αν έχει απομείνει κάτι στο βλέμμα εκείνου του κοριτσιού που συνάντησε  λίγα μέτρα εκεί κοντά δέκα ακριβώς χρόνια πριν..Άρχισαν τα ερωτηματικά. Άραγε τον είδε? Τον γνώρισε? Τα μαλλιά του έχουν αραιώσει αισθητά και ξέρει πως είναι αδύνατο να εκπέμπει την ανεμελιά που τον διακατείχε τότε.  Δεν ξέρει αν θέλει να τον έχει δει. Πέρασε την Αλ. Σβώλου και στάθηκε στην πόρτα μιας πολυκατοικίας. Εκείνος  την είχε δει και το μεσημέρι του δεν ήταν πια το ίδιο. Εκείνη , σαν να είχε πια ξεχάσει τελείως τα περιστέρια, στάθηκε μπροστά σε μια βιτρίνα  και  είχε αφοσιωθεί σε ένα φόρεμα που έπεσε στην αντίληψη της. Χάζευε αρκετή ώρα το φόρεμα και ‘κέινος στεκόταν ασάλευτος στη θέση του. Αν και απέναντι, από την αντανάκλαση στο τζάμι ξεχώριζε τα χαρακτηριστικά της . Παρά τα τόσα χρόνια , παρά το πόσο λίγο τα είχε χορτάσει κάποτε,  δε τα είχε ξεχάσει . Αποφάσισε να συνεχίσει το βήμα του για να εκπληρώσει το σκοπό του..να πάρει αυτές τις θαλασσινές εικόνες που χρειαζόταν και να επιστρέψει στο γραφείο. Γύρισε την πλάτη και έφυγε. Λίγο πριν η οπτική επαφή γίνει αδύνατη γύρισε για να  ψάξει ανάμεσα στους λιγοστούς μεσημεριανούς διαβάτες μια τελευταία φορά  τηn Αρετή .
……………………………………………………………………………………………………………………………………………….
Είχε κρύο και φυσούσε. Έσφιξε το κασκόλ της και ανηφόρισε προς την καμάρα. Πάει ο ήλιος των προηγούμενων ημερών. Ήταν ένα από τα χαρακτηριστικά χειμωνιάτικα μεσημέρια του Γενάρη που ο αέρας σου μαστιγώνει τα μάγουλα. Τότε τον είδε. Θα τον ξεχώριζε από πολλά μέτρα μακριά, όσα χρόνια και να περνούσαν. Βάδιζε με εκείνο το βιαστικό αλλά κατά κάποιο ιδιαίτερο τρόπο νωχελικό βήμα, στην απέναντι πλευρά από κείνη. Ένιωθε την ατμόσφαιρα και τα κτίρια να στέλνουν περίεργες δονήσεις προς το μέρος της. Άραγε εκείνος την είδε? Δεν πρέπει να κοιτάξει. Δεν ξέρει τι να κάνει , βασικά. Εκείνη τη στιγμή μια ομάδα περιστέρια πετούν κοντά στο κεφάλι της και της δίνουν τη λύση. Χαζεύει δήθεν μαζί τους. Την είδε; Να κοιτάξει; Της φάνηκε πως τα μαλλιά του έχουν αραιώσει κάπως. Στάθηκε μπροστά σε μια βιτρίνα με γυναικεία ρούχα. Κανένα όμως από τα ρούχα δεν κοιτούσε. Μέσα από το τζάμι μπορούσε τώρα να τον δει καθαρά. Το κρύο και η μεσημεριανή ώρα δεν έφεραν πολλούς περαστικούς αναμεσα τους εκένη την ώρα. Κοκκάλωσε. Και κείνος την είχε δει. Και μάλιστα τον έβλεπε ξεκάθαρα ακουμπισμένο λίγα μόνο μετρα απέαντι  της να την κοιτάζει. Δεν ήξερε τι να κάνει. Μια δύναμη μέσα της την έπρωχνε να πάει κοντά, μόνο για να τον κοιτάξει στα μάτια και να χαμογελάσει, να μάθει τα νέα του, ίσως να έχει γυναίκα, παιδιά και μια όμορφη καθημερινότητα. Ίσως να έρθει εκείνος, σκέφτηκε. Πέρασαν μόνο λίγα δευτερόλεπτα..Μπα, δε θα πάει. Άλλωστε δεν έχει και πολλά να του πει. Σε μισή ώρα εξάλλου έχει  πρόβα με την ορχήστρα και έχει αργήσει. Πρέπει να περάσει να πάρει και το βιολί της. Μέχρι να το αποφασίσει να συνεχίσει την πορεία της αντιλήφθηκε και εκείνον να κάνει το ίδιο.. Έφευγε. Η ευκαιρία να ανταλλάξουνε δυο λέξεις είχε μόλις χαθεί. Κάτι μηνύματα σκόρπια, «γεια, ελπίζω να είσαι καλά» πριν 4- 5 χρόνια, ήταν η μόνη τους επικοινωνία. Δεν ήξερε καν ότι είχε γυρίσει από την Αγγλία ο Άγγελος. Τώρα πια, και από ασφαλή απόσταση είχε γυρίσει και τον κοιτούσε. Είχε απομακρυνθεί αρκετά αλλά τον ξεχώριζε ακόμα. Γύρισε και την αναζήτησε. Είναι σίγουρη πως την είδε, να τον χαζεύει να κατηφορίζει προς τη θάλασσα. Στα μάτια της ανέβηκαν δάκρυα που κύλησαν και ζέσταναν τα μάγουλα της. Έβγαλε το σημειωματάριο της, κάθησε σε ένα πεζούλι και έγραψε :« 14 Ιανουαρίου 2013.
 Σήμερα είδα τον Άγγελο. Λίγα μέτρα κοντά στο σημείο που τον είχα πρωτοδεί λίγα χρόνια πριν..- αν είναι λίγο το δέκα. Ταράχτηκα. Ακόμα αγαπώ αυτή την ιστορία. Θυμίζει νιότη, φρεσκάδα, καπνό , αλκοόλ και ανεμελιά. Ο Άγγελος 35 χρονών, και ‘γω 34 τώρα πια. Άραγε πως τον φωνάζουν στη δουλειά? Κύριο? Ο Άγγελος κύριος? Ο Άγγελος που τις νύχτες τριγυρίζαμε στους δρόμους.. για να ζήσουμε όσο περισσότερες ώρες μπορούσαμε?»
-Το βράδυ στις δύο στη γνωστή γωνία, έλεγε κάθε μέρα, και κάθε βράδυ την περίμενε εκεί, να ανακαλύψουν κάθε στενό στην άνω πόλη και να αράξουν σε κάθε πλακάκι της παραλίας μέχρι να έρθει το πρωί, που επιστρέφανε με κύκλους γύρω από τα μάτια αλλά την ψεύτικη χαρά της αϋπνίας στο πρόσωπο. «Ο Άγγελος που έγραφε στους τοίχους και στα ρούχα του συνθήματα ? Που καθόταν με τις ώρες και την άκουγε να γρατζουνάει το βιολί της. Άραγε ξέρει για τις σπουδές της στη Βιέννη; Για το σπίτι στο νησί; Για τον πατέρα της?  »
Έκλεισε το σημειωματάριο και σηκώθηκε. Ο κρύος αέρας την έφερε πίσω στο τώρα. Έχει πρόβα και για το αυτοκίνητο της χρειάζεται περπάτημα ακόμα. Δε νιώθει όμως την ίδια κούραση. Γι αυτό την αγαπάει τη ζωή . Για αυτά τα αναπάντεχα μεσημέρια του χειμώνα . Αλλά και για το φτερούγισμα που ένιωσε στην ψυχή της όταν τον είδε.. Γι αυτό αγαπούσε και τον Άγγελο. Κοντά του ένιωθε μικρή και ξέγνοιαστη, ήταν μικρή και ξέγνοιαστη,  με εκατοντάδες βαλίτσες μέλλον στοιβαγμένες μπροστά της . Εκείνη όμως πήρε το σάκο της και τράβηξε από την άλλη πλευρά. Και σαν περνά από τη γειτονιά, της έρχεται πάντα από τον αέρα το άρωμα μιας άλλης εποχής και της γαργαλάει το μυαλό…
Κοντοστέκεται, γυρίζει το κεφάλι προς τα πίσω. Η φιγούρα του Άγγελου έχει χαθεί από το οπτικό της πεδίο. Η μέρα συνεχίζεται. 


(συνεχίζεται)
Σ.Μ